Αυτές τις ημέρες, στον Καπνικό Σταθμό Κατερίνης, νέες και νέοι από την Ελλάδα, το Λουξεμβούργο και το Βέλγιο διερευνούν τι σημαίνουν πραγματικά το κόστος ζωής, ο κίνδυνος φτώχειας και οι κοινωνικές ανισότητες στην Ευρώπη.
Γνωρίζατε ότι ένα λίτρο ελαιόλαδο κοστίζει, κατά μέσο όρο, ακόμη και λιγότερο στο Βέλγιο και στο Λουξεμβούργο απ’ ό,τι στην Ελλάδα; Το ίδιο ισχύει και για πολλά άλλα βασικά αγαθά της καθημερινότητας, όπως το βούτυρο, το γάλα, το αλεύρι, η ζάχαρη ή τα είδη προσωπικής υγιεινής. Αν συνυπολογίσει κανείς τις σημαντικές διαφορές στα επίπεδα μισθών μεταξύ των τριών χωρών, το εύρημα αυτό είναι ταυτόχρονα απρόσμενο και αποκαλυπτικό. Αναδεικνύει γιατί το λεγόμενο «ελληνικό οικονομικό θαύμα», που συχνά προβάλλεται από την ελληνική κυβέρνηση και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως ένδειξη ανάπτυξης και ευημερίας μετά από χρόνια σκληρής λιτότητας, βιώνεται από πολλούς όχι ως καθημερινή πραγματικότητα αλλά ως πολιτική αφήγηση.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο εστιάζει μία από τις βασικές θεματικές του εν εξελίξει προγράμματος Erasmus+, το οποίο υλοποιείται από το 3ο Γενικό Λύκειο Κατερίνης, το Campus MAX College από το Βέλγιο και το Athénée de Luxembourg, από τις 20 έως τις 26 Απριλίου στον Καπνικό Σταθμό Κατερίνης. Στο πλαίσιο του προγράμματος δημιουργούνται παρουσιάσεις, εργαστήρια και χώροι διαλόγου, όπου οι νέοι δεν περιορίζονται στο να γνωρίζουν τις κοινωνικές πραγματικότητες της Ευρώπης, αλλά καλούνται να τις προσεγγίσουν κριτικά. Θέματα όπως η φτώχεια, η ανισότητα, το κόστος ζωής, αλλά και η περιβαλλοντική προστασία και οι βιώσιμες πρακτικές, δεν αντιμετωπίζονται αφηρημένα, αλλά εντάσσονται σε μια συγκεκριμένη, διακρατική σύγκριση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο συνδυασμός δύο οπτικών: από τη μία πλευρά, η ανάλυση στατιστικών δεδομένων σχετικά με τον κίνδυνο φτώχειας και, από την άλλη, η σύγκριση των πραγματικών τιμών βασικών αγαθών στην Ελλάδα, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο. Ο δείκτης AROPE (κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού) δείχνει ξεκάθαρα ότι η φτώχεια δεν περιορίζεται στο χαμηλό εισόδημα. Είναι ένα πολυδιάστατο φαινόμενο που περιλαμβάνει υλική στέρηση, περιορισμένη κοινωνική συμμετοχή και χαμηλή ένταση εργασίας. Τα δεδομένα αναδεικνύουν ότι η Ελλάδα συνεχίζει να αντιμετωπίζει ιδιαίτερα υψηλό κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, που αφορά περίπου έναν στους τρεις. Ταυτόχρονα, γίνεται σαφές ότι η κοινωνική ανισότητα δεν περιορίζεται μόνο στις οικονομικά ασθενέστερες χώρες.

Η περίπτωση του Λουξεμβούργου είναι χαρακτηριστική. Μια χώρα με ισχυρή οικονομία και πολύ υψηλό μέσο εισόδημα δεν είναι απαλλαγμένη από τις κοινωνικές ανισότητες. Η σχετική φτώχεια παραμένει ένα υπαρκτό και σοβαρό ζήτημα. Αυτό βοηθά τους συμμετέχοντες να κατανοήσουν ότι η συνολική οικονομική ευημερία μιας χώρας δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλοι οι πολίτες της απολαμβάνουν ασφάλεια και ισότητα. Αντίστοιχα, και στο Βέλγιο παραμένουν εμφανείς οι διαφορές στις συνθήκες διαβίωσης και στην πρόσβαση στην κοινωνική προστασία.
Η σύγκριση των τιμών βασικών αγαθών δίνει σε όλα τα παραπάνω μια πολύ απτή διάσταση. Όταν προϊόντα πρώτης ανάγκης έχουν παρόμοιες τιμές σε χώρες με εντελώς διαφορετικά εισοδήματα, αναδεικνύεται άμεσα ένα θεμελιώδες ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης: δεν έχει σημασία μόνο η τιμή, αλλά κυρίως η αγοραστική δύναμη. Αυτό που σε μια χώρα θεωρείται μια απλή καθημερινή δαπάνη, σε μια άλλη μπορεί να αποτελεί σημαντική οικονομική επιβάρυνση για μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
Σε αυτό ακριβώς βρίσκεται και η ουσία τέτοιων πρωτοβουλιών. Νέοι που έρχονται στην Κατερίνη, συμμετέχουν σε δράσεις της κοινωνίας των πολιτών, συμβάλλουν ενεργά μέσα από την καθημερινή εμπλοκή τους και βιώνουν στην πράξη τι σημαίνει ενεργός πολίτης. Παράλληλα, συνδέονται και ανταλλάσσουν εμπειρίες με συνομηλίκους τους από διαφορετικές χώρες της Ευρώπης. Μέσα από αυτή τη διαδικασία αντιλαμβάνονται ότι οι κοινωνικές προκλήσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν ουσιαστικά μόνο όταν μια ενημερωμένη και ενεργή κοινότητα δρα συλλογικά.
